Pages

May 8, 2006

Το κλάμα του Παπα-Γιώργη

Γιατί πας σε αυτές τις εκδρομές; με ρώτησε το πρωί η Τζέιν.
Ρούφηξα μια γουλιά από το παγωμένο φρέντο μου, ο πρώτος καφές εδώ και 48 ώρες όταν ξεκίνησα για την ετήσια διάσχιση του φαραγγιού της Σαμαριάς.
Τελικά αν δεν το κάνεις δεν θα μπορέσεις να το καταλάβεις όσο και περιγραφικός να γίνω. Βλέπεις την μεγαλοσύνη της φύσης, το άγγιγμα του Θεού, ανακαλύπτεις τον άνθρωπο που πραγματικά έχεις μέσα σου.

48 ώρες χωρίς να σκεφτείς ούτε μια στιγμή την δουλειά, τα προβλήματα που σε απασχολούν, το πρόγραμμα της εβδομάδας. Οι αισθήσεις σου κατακλύζονται από εικόνες, αρώματα, ήχους, γεύσεις και υφές που δεν αφήνουν χώρο για τίποτε άλλο.

Η καρδιά σου δεν χτυπάει μόνη της. Μοιράζεσαι τον χτύπο της με 100 άλλες, ανθρώπους που δεν γνωρίζεις ή ξέρεις ελάχιστα δεν γίνονται απλά συνοδοιπόροι σου αλλά αδέρφια σου. Μοιράζεσαι μαζί τους το βάρος των σακιδίων τους, φαγητό σου, τις ιστορίες τους. Σου μιλάνε λες και γνωρίζεστε χρόνια, μεγαλώσατε μαζί. Στο φαράγγι έχεις μόνο μία μητέρα και αυτή μας βλέπει όλους σαν παιδιά της.

Κυριακή πρωί έχοντας μαζέψει τις σκηνές και φορτωθεί το ελαφρύτερο πλέον σακίδιο ανεβαίνουμε στην εκκλησία της Οσίας Μαρίας. Ο παπα-Γιώργης είχε φροντίσει να μας ξυπνήσει με την καμπάνα από τις 7. Φτάνοντας στο ξωκλήσι τα μάτια μας διψασμένα προσπαθούσαν να ρουφήξουν όσα περισσότερα μπορούσαν. Μπροστά από τον μικρό βυζαντινό ναό του 14 αιώνα δεκάδες ορειβάτες με λευκά κεριά στα χέρια έψελναν το Χριστός Ανέστη καθώς ανεβέναμε τα τελευταία σκαλιά της απότομης πλαγιάς όπου ήταν χτισμένη η Οσία Μαρία.

Ο παπα-Γιώργης ντυμένος στα χρυσά φαινόταν 30 χρόνια νεότερος σε σχέση με τον συμπαθητικό γεράκο ιερέα που κατηφόριζε μαζί μας το φαράγγι την προηγούμενη. Το εκκλησάκι σκοτεινό, οι τοιχογραφίες έκλεβαν το λίγο φως από τα κεριά μας και χάριζαν την μαγεία τους στους προσκυνητές τους. Ο παπα-Γιώργης βγαίνει έξω με το Ευαγγέλιο και αρχίζει να διαβάζει για την Οσία Μαρία. Η φωνή του σπάει, με δυσκολία αρθρώνει τις λέξεις. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια του για να συναντήσουν τα δικά μας και να κυλήσουν στο χώμα, κάτω από το οποίο κοιμούνται πατέρες της εκκλησίας. Κοιτάζω ψηλά, ο ήλιος στεγνώνει τα δάκρυα μου, το ελαφρύ αεράκι γεμίζει τα πνευμόνια μου και τα μεγαλοπρεπή πεύκα ηρεμούν την ψυχή μου.

Μια ρακί, ένα κομμάτι τσουρέκι και λίγο τυρί μετά την λειτουργία μας προσγειώνει και πάλι στην πραγματικότητα. Κατηφορίζουμε την πλαγιά, αφήνουμε πίσω την Σαμαριά αλλά ένα κομμάτι της ψυχής μας θα μείνει για πάντα εκεί πάνω στα 540 μέτρα όπου ένα μικρό θαύμα συντελείτε κάθε χρόνο που μόνο λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν.

Παρέα στην πορεία αγριοκάτσικα, πουλιά, ζουρίδες να βάζουν την δικιά τους νότα στις επιβλητικές πλαγιές ύψους 600 μέτρων. Το ποτάμι ακούραστο να παίζει τις δικές του μελωδίες πάντα παρόν σε όλη την πορεία.

Ένας δυνατός κρότος. "Κατολίσθηση!" φωνάζει ένας έμπειρος ορειβάτης. Παγώσαμε καθώς το βουητό γέμισε το φαράγγι. Είχαμε περάσει το σημείο εκείνο ελάχιστα λεπτά πριν. Ένα σύννεφο άσπρης σκόνης σηκώθηκε απότομα στον αέρα. Οι ασύρματοι πήραν φωτιά καθώς προσπαθούσαμε να μάθουμε τι έγινε, αν χτύπησε κανένας, δεν αναπνέαμε καν καθώς προσπαθούσαμε να ακούσουμε κάποιον της ομάδας ήταν πολύ κοντά στο σημείο και περιέγραφε την κατάσταση. Μία πέτρα εξοστρακίστηκε και χτύπησε ένα τουρίστα στο πόδι, πιθανό κάταγμα. Ένα μικρό μέρος της ομάδας ενεργοποιήθηκε άμεσα. Κάποιοι έφυγαν προς την Σαμαριά να φέρουν τον γιατρό και κάποιοι προς την Αγία Ρουμέλη να φέρουν φορείο για την μεταφορά του. Τον μετέφεραν οι ίδιοι στην Αγιά Ρουμέλη αφού του παρείχαν τις πρώτες βοήθειες.

Όλα αυτά συνέβαιναν πίσω μας. Πλησιάζουμε τις Πόρτες. Ο αέρας πάντα πιο έντονος να γλύφει τις πλαγιές και να πλημμυρίζει τα αυτιά μας με ήχους εξωπραγματικούς. Η θερμοκρασία πιο χαμηλή να μυρμηγκιάζει το δέρμα, σαν να βρισκόμαστε σε άλλο πλανήτη. Είναι τόσο μεγάλο το δέος που προκαλεί που όταν τις περάσεις μετά η υπόλοιπη διαδρομή σου φαίνεται βαρετή και μονότονη.

Και ξαφνικά πολιτισμός. Μπλουζάκια που γράφουν "Ι survived the Samaria Gorge", Orange juice 2€, κάρτες και χάρτες σε 4 γλώσσες. Η θάλασσα δεν μιλάει καμία γλώσσα, δεν χρεώνει, δεν διαπραγματεύεται. Ο ήλιος να καίει τι πέτρες και τα πόδια μας τα οποία αναζητούν την δροσιά του νερού. Η θάλασσα γιατρεύει τα κουρασμένα κορμιά μας, ξεκουράζει από το βαρύ φορτίο ώμους μας, ξεδιψά τα σκονισμένα και ιδρωμένα κεφάλια μας.

Τελειώνω τον καφέ μου. Με ρωτάς γιατί πάω σε αυτές τις εκδρομές. Πάω να βρω τον εαυτό μου, να κουβεντιάσω με την ψυχή μου, να αφήσω το μυαλό μου ελεύθερο από σκέψεις και υποχρεώσεις. Πάω να μιλήσω στο Θεό, να αγναντέψω έναν ορίζοντα χωρίς καλώδια, ένα κόσμο χωρίς προθεσμίες. Να βρω τα δάκρια του παπα-Γιώργη, την ανάσα του δάσους, το τραγούδι του ποταμού. Σου φαίνονται πολύ μελό; Είναι αυτό που σου έλεγα στην αρχή. Δύσκολα να βρεθούν λέξεις να περιγράψουν αυτό που πραγματικά νιώθεις.

2 comments:

Anonymous said...

ase, pou eisai kai 48 hours, xwris internet.. auto pou to pas????

-r0cked0ut.

Krotkaya said...

τι όμορφα...

A wise saying

Home is where your heart is